Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εβραϊκή ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εβραϊκή ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23/8/09

Πρόσφατη εβραϊκή ιστορία

Τον Νοέμβριο του 1966, ύστερα από πολλά χρόνια έντασης, η Αίγυπτος υπέγραψε συνθήκη αμοιβαίας στρατιωτικής βοήθειας με τη Συρία, η οποία φιλοξενούσε και υποστήριζε παλαιστίνιους αντάρτες. Τα ισραηλινά αντίποινα σε απάντηση των ανταρτικών επιχειρήσεων έφτασαν το αποκορύφωμα τους τον Απρίλιο του 1967, με μια εναέρια επιδρομή κατά της Δαμασκού. Ο Αιγύπτιος πρόεδρος αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει μια θεαματική χειρονομία αλληλεγγύης προς τη Συρία και ζήτησε από τον ΟΗΕ να αποσύρει τη δύναμή του στο Σινά, που εξασφάλιζε την είσοδο στον κόλπο της Άκαμπα των πλοίων του Ισραήλ ή των πλοίων που πήγαιναν προς το Ισραήλ. Η απόσυρση των δυνάμεων του ΟΗΕ ακολουθήθηκε από την αντικατάστασή τους με αιγυπτιακά στρατεύματα και με το κλείσιμο του στενού Τιράν στην ισραηλινή ναυσιπλοΐα. Το Ισραήλ αντιλήφθηκε την απειλή και, μετά τη συμμαχία της Ιορδανίας με την Αίγυπτο (30 Μαΐου 1967), εξαπέλυσε στις 5 Ιουνίου προληπτικό πόλεμο εναντίον της Αιγύπτου και της Συρίας. Και η Ιορδανία, όμως, παρασυρμένη από το πάθος του πολέμου που είχε καταλάβει τους Άραβες, πήρε μέρος στη σύρραξη. Ακολούθησε ένας πόλεμος σε τρία μέτωπα (πόλεμος των Έξι Ημερών). Αλλά από το πρωί κιόλας της πρώτης ημέρας το Ισραήλ εξασφάλισε τη νίκη καταστρέφοντας σχεδόν όλη την αιγυπτιακή αεροπορία. Στις 10 Ιουνίου 1967 Άραβες και Ισραηλινοί δέχτηκαν την ανακωχή που επέβαλε ο ΟΗΕ. Μέσα σε λίγες ημέρες τα στρατεύματα του Ισραήλ είχαν καταλάβει τα υψώματα του Γκολάν, αποσπώντάς τα από τους Σύριους, τη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη, τη Γάζα και το αιγυπτιακό έδαφος στα ανατολικά της διώρυγας του Σουέζ (δηλαδή όλη τη χερσόνησο του Σινά). Στο πολιτικό κενό που δημιουργήθηκε στον αραβικό κόσμο από την ήττα του 1967 παρεμβλήθηκε η παλαιστινιακή αντίσταση. Οι επιθέσεις των Παλαιστινίων έπαιξαν κάποιο ρόλο στην εξέλιξη των γεγονότων μέχρι τον Αύγουστο του 1970, όταν η διπλωματική επέμβαση των ΗΠΑ οδήγησε σε πάγωμα της έντασης που τροφοδοτούσαν Αιγύπτιοι και Ισραηλινοί με τις στρατιωτικές ενέργειές τους στη ζώνη της Διώρυγας του Σουέζ. Το 1970 η αραβοϊσραηλινή σύρραξη φαινόταν να έχει καταλήξει σε μια επισφαλή σταθεροποίηση. Η κυβέρνηση της Γκόλντα Μεΐρ, πρωθυπουργού του Ισραήλ, φαινόταν να ελέγχει την κατάσταση, η παλαιστινιακή εσωτερική αντίσταση περνούσε κρίση, ενώ η ανάπτυξη της χώρας δεχόταν νέα ώθηση από τη διάθεση καινούργιων εδαφών και εργατικών χεριών. Έξω από το Ισραήλ οι Παλαιστίνιοι, που είχαν καταφύγει στην Ιορδανία το 1970-71, διατηρούσαν κάποια δύναμη μόνο στον Λίβανο. Ακόμα και η όλο και μεγαλύτερη σοβιετική στρατιωτική διείσδυση στην Αίγυπτο (συνθήκη του 1971) και στη Συρία φαινόταν, υπό το φως των σχέσεων Μόσχας-Ουάσινγκτον, περισσότερο ως εγγύηση ειρήνης παρά ως απειλή πολέμου.
Ωστόσο, τον Οκτώβριο του 1973 ξέσπασε ο μάλλον αναπάντεχος τέταρτος Αραβοϊσραηλινός πόλεμος (πόλεμος του Γιομ Κιππούρ). Η Αίγυπτος και η Συρία επιτέθηκαν ταυτόχρονα κατά του Ισραήλ. Την πρώτη εβδομάδα οι Άραβες σημείωσαν σημαντικές επιτυχίες, αλλά στη συνέχεια οι Ισραηλινοί αντεπιτέθηκαν. Όταν η ανακωχή, που ζητήθηκε από τον ΟΗΕ, έγινε δεκτή και από τις δυο πλευρές, η συνολική εδαφική πλάστιγγα έγερνε προς το μέρος της Ιερουσαλήμ, που είχε καταφέρει να καταλάβει μέρος της δυτικής όχθης της Διώρυγας του Σουέζ. Σε αντίθεση με τον πόλεμο του 1967, ο πόλεμος του 1973 άνοιξε το δρόμο για ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, οι οποίες άρχισαν στη Γενεύη (από τις οποίες απείχαν η Συρία, ο Λίβανος και οι παλαιστινιακές οργανώσεις, ενώ παρευρίσκονταν η Αίγυπτος και η Ιορδανία) το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, αφού δημιουργήθηκε κρίση στην παγκόσμια οικονομία με το εμπάργκο του πετρελαίου που επέβαλαν οι Άραβες για τις χώρες που ήταν φιλικά προσκείμενες στο Ισραήλ, και την επακόλουθη αύξηση της τιμής του αργού πετρελαίου. Στο Ισραήλ η σύρραξη ευνόησε μια μετακίνηση του πολιτικού άξονα προς τα δεξιά: αυτό ήταν το αποτέλεσμα των εκλογών που έγιναν στις 31 Δεκεμβρίου. Το εκλογικό αποτέλεσμα είχε σαν αποτέλεσμα να πέσει η κυβέρνηση της Γκόλντα Μεΐρ, τον Μάρτιο του 1974. Μετά την παραίτηση της Μεΐρ (10 Απριλίου), η ηγεσία της κυβέρνησης δόθηκε στον πρώην στρατηγό Γιτζάκ Ράμπιν, αρχηγό του γενικού επιτελείου κατά τον πόλεμο του 1967.
Τον Μάρτιο του 1974 άρχισε ένας πόλεμος θέσεων στο μέτωπο με τη Συρία, σύρραξη που σταμάτησε τον Μάιο του 1974, χάρη στην αμερικανική μεσολάβηση. Η μεσολάβηση αυτή οδήγησε στην αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων και σε σχετική υποχώρησή τους, αρχικά λίγα χιλιόμετρα από τη Διώρυγα του Σουέζ και ύστερα (φθινόπωρο 1975) στη γραμμή των περασμάτων Μίλτα και Γκάντι στο Σινά, από όπου αποχώρησαν οριστικά στις 21 Φεβρουαρίου 1976. Τον Ιούνιο του 1977 πραγματοποιήθηκαν γενικές εκλογές. Πρωθυπουργός αναδείχθηκε ο ηγέτης του κόμματος Λικούντ, Μεναχέμ Μπέγκιν. Με τη Συρία δεν πραγματοποιήθηκε διάλογος, καθώς η αποστολή της ειρηνευτικής δύναμης στο Γκολάν ελεγχόταν απευθείας από τον ΟΗΕ. Η προσπάθεια του Ισραήλ να προχωρήσει σε χωριστή συνθήκη ειρήνης με την Ιορδανία (Φεβρουάριος 1976) απορρίφθηκε με τη δικαιολογία ότι κάθε προσέγγιση θα έπρεπε να γίνει μέσω της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO). Δεν συνέβη, όμως, το ίδιο και με την Αίγυπτο που ανέλαβε μια θεαματική πρωτοβουλία με το Ισραήλ. Ο ίδιος ο Αιγύπτιος πρόεδρος Ανουάρ αλ Σαντάτ επισκέφτηκε το Ισραήλ, συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Μεναχέμ Μπέγκιν και εμφανίστηκε στην ισραηλινή Βουλή (Κνεσέτ) στις 20 Νοεμβρίου 1977.

Από τη συμφωνία του Καμπ Ντέιβιντ ως τον Πόλεμο του Κόλπου
Οι ξεχωριστές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ προκάλεσαν τις οργισμένες αντιδράσεις των λεγομένων σκληρών αραβικών κρατών, αλλά ευνοήθηκαν ιδιαίτερα από τον Αμερικανό πρόεδρο Τζίμι Κάρτερ, ο οποίος ανέλαβε μάλιστα έντονη μεσολαβητική προσπάθεια για το σκοπό αυτό. Έτσι, την ίδια στιγμή που στις διάφορες αραβικές πρωτεύουσες οργανώνονταν διαδηλώσεις εναντίον της προδοσίας του Σαντάτ και στη Βαγδάτη αντιπρόσωποι του αραβικού κόσμου τον δίκαζαν για τις παραχωρήσεις του προς το Ισραήλ, στις 18 Σεπτεμβρίου 1978 υπογράφηκε στο Καμπ Ντέιβιντ (ΗΠΑ) μια συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ, η οποία μεταξύ άλλων προέβλεπε ότι: (α) η Αίγυπτος, το Ισραήλ, η Ιορδανία και οι Παλαιστίνιοι Άραβες έπρεπε να μετάσχουν σε διαπραγματεύσεις για την επίλυση του Παλαιστινιακού, σε μια μεταβατική περίοδο 5 ετών, (β) η Αίγυπτος, το Ισραήλ και η Ιορδανία θα έπρεπε να συμφωνήσουν επί των διατάξεων για την καθιέρωση των αρχών αυτοδιοίκησης που θα εκλέγονταν στη Δυτική Όχθη και στη Γάζα (στο πλαίσιο αυτό προβλεπόταν και η αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων), (γ) η μεταβατική περίοδος θα άρχιζε από την εγκατάσταση της αρχής αυτοδιοίκησης και για τα επόμενα 3 χρόνια, περίοδο κατά την οποία θα διεξάγονταν διαπραγματεύσεις για τον προσδιορισμό του οριστικού καθεστώτος της Δυτικής Όχθης του Ιορδάνη και της Γάζας, (δ) θα έπρεπε να ληφθούν μέτρα για την κατοχύρωση της ασφάλειας του Ισραήλ και των γειτόνων του κατά τη μεταβατική περίοδο, κατά την οποία μια επιτροπή θα φρόντιζε για τον τρόπο επανεγκατάστασης των προσφύγων της Παλαιστίνης.
Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1978 απονεμήθηκε στον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπέγκιν και στον Αιγύπτιο πρόεδρο Σαντάτ το βραβείο Νόμπελ για την ειρήνη. Τον Φεβρουάριο του 1980 η Αίγυπτος ήταν η πρώτη αραβική χώρα που αναγνώρισε διπλωματικά το Ισραήλ. Η αποχώρηση του Ισραήλ από τη χερσόνησο του Σινά, με βάση τη συμφωνία του Καμπ Ντέιβιντ, ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 1982. Η ανακήρυξη το 1980, της Ιερουσαλήμ ως αιώνιας και αδιαίρετης πρωτεύουσας του Ισραήλ κι η επίσημη προσάρτηση από το Ισραήλ των υψωμάτων του Γκολάν, το 1981, ανέτρεψαν την προοπτική για παλαιστινιακή αυτονομία, σύμφωνα με τους όρους της ίδιας συμφωνίας. Τον Ιούνιο του 1982 το Ισραήλ εισέβαλε με μεγάλες δυνάμεις στον Λίβανο και έπειτα από σκληρές συγκρούσεις με τους Παλαιστινίους και τους Λιβανέζους συμμάχους τους, περικύκλωσε στη Δ. Βηρυτό πάνω από 6.000 μαχητές της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO). Μετά από πολιορκία 3 μηνών και άγριους βομβαρδισμούς από τις ισραηλινές δυνάμεις, περίπου 15.000 Παλαιστίνιοι εγκατέλειψαν τη Βηρυτό και μετοίκισαν σε διάφορες αραβικές χώρες. Τον Σεπτέμβριο δυνάμεις των Λιβανέζων Φαλαγγιτών εισέβαλαν σε δυο παλαιστινιακά στρατόπεδα της Βηρυτού, Σάμπρα και Σατίλα, και σκότωσαν εκατοντάδες άτομα με την ανοχή των ισραηλινών δυνάμεων. Ο στρατηγός Αριέλ Σαρόν, επικεφαλής της εισβολής στο Λίβανο, υποχρεώθηκε μετά από αυτό το γεγονός να παραιτηθεί από υπουργός Άμυνας. Έπειτα από ανεπιτυχείς προσπάθειες να διευθετηθεί το ζήτημα του Λιβάνου, το Ισραήλ συνέχισε να κατέχει μια λωρίδα στο νότιο Λίβανο, ενώ η Συρίας διατήρησε 30.000 στρατό στη χώρα.
Τον Αύγουστο του 1983, ο Γιτζάκ Σαμίρ διαδέχτηκε τον Μπέγκιν στο αξίωμα του πρωθυπουργού. Μετά τις εκλογές του 1984 καμιά από τις δύο μεγάλες παρατάξεις δεν μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού και ο Σιμόν Πέρες ανέλαβε το σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Η ισραηλινή κυβέρνηση εγκατέλειψε το 1985 τη Λωρίδα που κατείχε στο νότιο Λίβανο, αφού προηγουμένως την εμπιστεύτηκε στον ελεγχόμενο από την ίδια Στρατό του Νότιου Λιβάνου.
Από το 1984 και μετά σημειώθηκαν πολλές προσπάθειες για να βρεθεί μια λύση στο παλαιστινιακό ζήτημα, οι οποίες προσέκρουαν πάντοτε στην κατηγορηματική άρνηση του Ισραήλ να αναγνωρίσει την ΟΑΠ, που τη θεωρούσε τρομοκρατική οργάνωση. Τον Δεκέμβριο του 1987 οι διαδηλώσεις και οι συγκρούσεις με τις ισραηλινές δυνάμεις εντάθηκαν στη Λωρίδα της Γάζας και στη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη. Η εξέγερση του πληθυσμού, κυρίως νεαρών Παλαιστινίων, γενικεύτηκε και έγινε γνωστή διεθνώς ως ιντιφάντα, ενώ η καταστολή που εφάρμοσαν οι ισραηλινές δυνάμεις προκάλεσε τη διεθνή αντίδραση.
Το 1988 ο βασιλιάς Χουσεΐν της Ιορδανίας αποποιήθηκε την ευθύνη για τη διοίκηση της Δυτικής Όχθης του Ιορδάνη, αρνούμενος να λειτουργεί ως εκπρόσωπος των Παλαιστινίων σε οποιαδήποτε διεθνή διάσκεψη. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου η ΟΑΠ ανακήρυξε το ανεξάρτητο Παλαιστινιακό Κράτος και υιοθέτησε την απόφαση 242 του ΟΗΕ, ουσιαστικά δηλαδή αναγνώρισε εμμέσως το Ισραήλ. Ο Παλαιστίνιος ηγέτης Γιάσερ Αραφάτ παρουσίασε τις προτάσεις του για σύγκλιση διεθνούς διάσκεψης υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και λύση του Παλαιστινιακού με βάση τις αποφάσεις του ΟΗΕ. Στις ισραηλινές βουλευτικές εκλογές του 1988 σημειώθηκε ξανά κυβερνητικό αδιέξοδο, με αποτέλεσμα να σχηματιστεί πάλι κυβέρνηση εθνικής ενότητας με επικεφαλής τον Γιτζάκ Σαμίρ και αντιπρόεδρο τον Σιμόν Πέρες του Εργατικού Κόμματος.
Η εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ, τον Αύγουστο του 1990, οδήγησε σε εντυπωσιακή βελτίωση των σχέσεων του Ισραήλ με τις ΗΠΑ, που είχαν διαταραχθεί από την απόφαση του Τζορτζ Μπους να μη χορηγήσει δάνειο ύψους 400 εκατομμυρίων δολαρίων στο Ισραήλ. Οι επιθέσεις στο Ισραήλ από την πλευρά του Ιράκ με τους πυραύλους Σκουντ, τον Ιανουάριο του 1991, απείλησαν προς στιγμή την ενότητα της πολυεθνικής συμμαχίας, που σχηματίστηκε για την εκδίωξη του Ιράκ από το Κουβέιτ, αλλά η εγκατάσταση στο Ισραήλ αμερικανικών αντιαεροπορικών συστημάτων απέτρεψε την άμεση ισραηλινή απάντηση.

Η συμφωνία του Όσλο
Μετά τον Πόλεμο του Κόλπου, οι έντονες προσπάθειες του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Τζέιμς Μπέϊκερ οδήγησαν στη συμφωνία για τη σύγκληση μιας ειρηνευτικής διάσκεψης. Έπειτα από μια σύνοδο στη Μαδρίτη, τον Οκτώβριο του 1991, άρχισαν διαπραγματεύσεις για ένα σύνολο προβλημάτων που συνδέονταν άμεσα με το Παλαιστινιακό. Όμως, η άρνηση της ισραηλινής κυβέρνησης να σταματήσει την κατασκευή νέων οικισμών στα προσαρτημένα εδάφη εμπόδιζε οποιαδήποτε πρόοδο στις διαπραγματεύσεις. Τα διαδικαστικά ζητήματα ήταν αυτά που απασχόλησαν κυρίως τις αντιπροσωπείες του Ισραήλ και των Αραβικών χωρών, μαζί και των Παλαιστινίων, αλλά μέχρι τα μέσα του 1992 δεν είχε σημειωθεί καμία πρόοδος.
Στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου του 1992, το Εργατικό Κόμμα συγκέντρωσε πλειοψηφία στην ισραηλινή Βουλή και ο ηγέτης του, Γιτζάκ Ράμπιν, σχημάτισε κυβέρνηση συνασπισμού, τόσο με μικρότερα προοδευτικά κόμματα όσο και με το ακραίο ορθόδοξο εβραϊκό κόμμα. Οι ΗΠΑ υποστήριξαν τη νέα κυβέρνηση, παραχωρώντας της νέα δάνεια, και οι διαπραγματεύσεις για το Μεσανατολικό επαναλήφθηκαν.
Παρά τις έντονες διπλωματικές προσπάθειες, οι βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα στους Παλαιστίνιους και στις ισραηλινές δυνάμεις ασφαλείας συνεχίστηκαν εκείνη την περίοδο. Στα τέλη του 1992 πάνω από 1.000 Παλαιστίνιοι είχαν σκοτωθεί από την έναρξη της ιντιφάντα, ενώ χιλιάδες ήταν οι τραυματίες. Έπειτα από νέα βίαια επεισόδια στις περιοχές των Παλαιστινίων, καθώς και την εκδίωξη εκατοντάδων Παλαιστινίων ισλαμιστών στον Λίβανο, η ένταση ανάμεσα στο Ισραήλ και στους Παλαιστίνιους κορυφώθηκε στα μέσα του 1993 και το Ισραήλ προχώρησε στον πλήρη αποκλεισμό όλων των Παλαιστινιακών περιοχών. Τον Ιούλιο του 1993 οι ισραηλινές δυνάμεις πραγματοποίησαν τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις βομβαρδισμού στον Λίβανο από το 1982 ως αντίποινα στις επιθέσεις της Λιβανικής εξτρεμιστικής οργάνωσης Χεζμπολάχ στο βόρειο Ισραήλ. Ξαφνικά, όμως, και ενώ είχε ξεκινήσει ο ενδέκατος γύρος των διαπραγματεύσεων στην Ουάσιγκτον, στα τέλη Αυγούστου του 1993 ανακοινώθηκε η μεγάλη συμφωνία ανάμεσα στο Ισραήλ και στην ΟΑΠ, η οποία κορυφώθηκε με την υπογραφή, στις 13 Σεπτεμβρίου, μιας διακήρυξης αρχών για την παλαιστινιακή αυτονομία στις παλαιστινιακές περιοχές. Η συμφωνία, που προέβλεπε αμοιβαία αναγνώριση του Ισραήλ και της ΟΑΠ, είχε προετοιμαστεί μυστικά στη Νορβηγία.
Η διακήρυξη αρχών καθόριζε ένα λεπτομερές χρονοδιάγραμμα για την αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από τις παλαιστινιακές περιοχές και τόνιζε ότι η οριστική διευθέτηση του Παλαιστινιακού θα έπρεπε να επιτευχθεί έως τα τέλη του 1998. Η συμφωνία αυτή, αν και αποτέλεσε ιστορικό βήμα για την ειρήνη στη Μέση Ανατολή, συνάντησε σφοδρή αντίθεση από όλα τα κόμματα και τις οργανώσεις της Δεξιάς στο Ισραήλ. Ταυτόχρονα, σημαντικά στελέχη και οργανώσεις μέσα στο παλαιστινιακό κίνημα κατήγγειλαν τη συμφωνία ως προδοσία. Η Ιορδανία δέχθηκε ευνοϊκά τη συμφωνία και άρχισε άμεσες διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ, ενώ η Συρία και ο Λίβανος, η κυβέρνηση του οποίου βρισκόταν υπό την επιρροή της, αρνήθηκαν να την αποδεχτούν.
Στα τέλη του 1993 οι Παλαιστίνιοι άρχισαν επίπονες διαπραγματεύσεις με την ισραηλινή κυβέρνηση για τον προσδιορισμό της διαδικασίας εφαρμογής της συμφωνίας. Το χρονοδιάγραμμα που προέβλεπε η συμφωνία δεν τηρήθηκε, κυρίως λόγω των καθυστερήσεων και των επιφυλάξεων του Ισραήλ για τα σημεία της συμφωνίας που σχετίζονταν με θέματα ασφαλείας, παρόλο που οι ΗΠΑ με τη διπλωματία τους, καθώς και η Αίγυπτος, συνέβαλαν ουσιαστικά στην υπέρβαση πολλών εμποδίων.
Τελικά, τον Μάρτιο του 1994, οι δυο πλευρές υπέγραψαν μια συμφωνία στο Κάιρο της Αιγύπτου, με την οποία προσδιορίστηκε η παλαιστινιακή αυτονομία για τη Λωρίδα της Γάζας και την πόλη της Ιεριχούς. Η Παλαιστινιακή Εθνική Αρχή θα αναλάμβανε τη διοίκηση στις περιοχές αυτές, ενώ το Ισραήλ θα διατηρούσε τον έλεγχο σε θέματα ασφαλείας και εξωτερικών υποθέσεων. Στις 13 Μαΐου ολοκληρώθηκε η αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων από τη Γάζα και την Ιεριχώ και την 1η Ιουλίου του 1994 ο Γιάσερ Αραφάτ επέστρεψε στην πόλη της Γάζας, συνεχίζοντας τις διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ για την επέκταση της παλαιστινιακής αυτονομίας και την αναδίπλωση των ισραηλινών δυνάμεων στη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη. Ένας από τους λόγους για τους οποίους οι διαπραγματεύσεις δεν προχωρούσαν με γοργό ρυθμό ήταν το γεγονός ότι το Ισραήλ δεν σταμάτησε να ενθαρρύνει την ίδρυση νέων εβραϊκών οικισμών στις παλαιστινιακές περιοχές, κάτι που οι Παλαιστίνιοι θεωρούσαν ως καταστρατήγηση των συμφωνιών. Τον Οκτώβριο του 1994 η Παλαιστινιακή εξτρεμιστική οργάνωση Χαμάς ξεκίνησε μια σειρά βομβιστικών επιθέσεων σε πόλεις του Ισραήλ, με αποτέλεσμα να αποκλειστούν και πάλι οι παλαιστινιακές περιοχές και η Λωρίδα της Γάζας για μεγάλο διάστημα.

Η ένταση της βίας και το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων
Στις αρχές του 1995 οι Παλαιστίνιοι εξτρεμιστές πραγματοποίησαν στο Ισραήλ τις πιο πολύνεκρες βομβιστικές επιθέσεις τους. Μόνο σ’ ένα περιστατικό έκρηξης βόμβας σε λεωφορείο σκοτώθηκαν 21 Εβραίοι και τραυματίστηκαν 60. Το αποτέλεσμα ήταν αρκετοί Ισραηλινοί πολίτες που ευνοούσαν την ειρηνευτική διαδικασία να στραφούν εναντίον της. Ενώ ο Γιτζάκ Ράμπιν, ο Σιμόν Πέρες και ο Γιάσερ Αραφάτ τιμήθηκαν τον Δεκέμβριο του 1994 με το βραβείο Νόμπελ για την ειρήνη, οι νεκροί από τις συγκρούσεις και τις βομβιστικές επιθέσεις συνέχισαν να αυξάνουν. Οι δυο πλευρές, όμως, συνέχισαν τις διαπραγματεύσεις και τον Οκτώβριο του 1995 η συμφωνία για την παλαιστινιακή αυτονομία υπερψηφίστηκε και από την ισραηλινή βουλή.
Τον επόμενο μήνα, όμως, η ειρηνευτική διαδικασία δέχτηκε ένα ισχυρό πλήγμα: ένας φανατικός Εβραίος, ο Γιγκάλ Αμίρ, δολοφόνησε τον πρωθυπουργό Ράμπιν, λίγα λεπτά μετά την ομιλία που εκφώνησε στο Τελ Αβίβ, σε μεγάλη συγκέντρωση υπέρ της ειρήνης. Ο Σιμόν Πέρες ανέλαβε πρωθυπουργός και επιβεβαίωσε τη δέσμευσή του στην ειρηνευτική διαδικασία, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες Ισραηλινοί πολίτες συμμετείχαν στην κηδεία του Ράμπιν, συγκλονισμένοι από το γεγονός ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός δολοφονήθηκε από Εβραίο και όχι από Παλαιστίνιο τρομοκράτη. Στο τέλος του χρόνου η Παλαιστινιακή Αρχή ανέλαβε τον έλεγχο των πόλεων Τζενίν, Ναμπλούς, Βηθλεέμ και Ραμάλα, στο πλαίσιο της συμφωνίας με το Ισραήλ, ενώ άρχισαν στις ΗΠΑ οι διαπραγματεύσεις ειρήνης ανάμεσα στο Ισραήλ και στη Συρία.
Στις αρχές του 1996 οι βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας των Παλαιστίνιων εξτρεμιστών συγκλόνισαν το Ισραήλ προκαλώντας τον θάνατο δεκάδων πολιτών. Ισραηλινά στρατεύματα εισέβαλαν στις παλαιστινιακές περιοχές και σκότωσαν τον Γιαχγιά Αγιάς, φερόμενο ως σχεδιαστή των βομβιστικών επιθέσεων αυτοκτονίας των δύο προηγούμενων ετών. Η Χαμάς αντέδρασε με νέο κύμα ανάλογων επιθέσεων, που προκάλεσε δεκάδες θανάτους και τραυματισμούς. Ο Πέρες διέταξε το κλείσιμο των συνόρων του Ισραήλ με τη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας, απαιτώντας από τον Αραφάτ να συλλάβει τους υπεύθυνους. Οι παλαιστινιακές αρχές συνέλαβαν εκατοντάδες εξτρεμιστές. Παράλληλα, τον Απρίλιο οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις αντεπιτέθηκαν στους Χεζμπολάχ, που εξαπέλυαν επιθέσεις με ρουκέτες από το νότιο Λίβανο κατά στόχων στο βόρειο Ισραήλ, με αποτέλεσμα δύο εβδομάδες εχθροπραξιών που προκάλεσαν τον θάνατο εκατοντάδων Λιβανέζων πολιτών. Στην πόλη Κανά πάνω από 100 πολίτες σκοτώθηκαν από ισραηλινές βόμβες σε κτίριο του ΟΗΕ.
Όμως, ο Πέρες δεν κατάφερε να διασώσει τη δημοτικότητά του και έχασε τις εκλογές του Μαΐου με διαφορά μικρότερη από μια εκατοστιαία μονάδα. Η ισραηλινή Δεξιά, ενισχυμένη από το κλίμα ανασφάλειας που δημιούργησαν οι βόμβες των Παλαιστίνιων εξτρεμιστών, κέρδισε τις εκλογές για την Κνεσέτ, ενώ σε ξεχωριστή εκλογική αναμέτρηση αναδείχθηκε πρωθυπουργός ο ηγέτης του Λικούντ, Βενιαμίν Νετανιάχου, καθώς εφαρμόστηκε για πρώτη φορά το σύστημα άμεσης εκλογής του πρωθυπουργού από το εκλογικό σώμα, μετά τα συνεχή κυβερνητικά αδιέξοδα των τελευταίων ετών.
Η νέα κυβέρνηση, που σχηματίστηκε με τη συμμετοχή και των ακραίων ορθόδοξων θρησκευτικών κομμάτων του Ισραήλ, εκδήλωσε από την πρώτη στιγμή την πρόθεσή της να αμφισβητήσει όσο το δυνατόν περισσότερο τις συμφωνίες που υπέγραψε η προηγούμενη κυβέρνηση και να καθυστερήσει την εφαρμογή του χρονοδιαγράμματος για την αποχώρηση των Ισραηλινών από τις παλαιστινιακές περιοχές. Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1996 η κυβέρνηση του Νετανιάχου αποφάσισε τη διάνοιξη νέας εισόδου σε μια αρχαία σήραγγα, κάτω από περιοχή μουσουλμανικών μνημείων, στο κέντρο της Ιερουσαλήμ. Στις διαδηλώσεις που ακολούθησαν σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την αμφισβήτηση του αραβικού χαρακτήρα της ανατολικής Ιερουσαλήμ και των δικαιωμάτων που έχουν σ’ αυτήν οι Παλαιστίνιοι, οι ισραηλινές δυνάμεις σκότωσαν πάνω από 60 Παλαιστίνιους, ενώ για πρώτη φορά η αστυνομία των Παλαιστινίων χρησιμοποίησε τα όπλα της κατά του ισραηλινού στρατού, με αποτέλεσμα τον θάνατο 15 Ισραηλινών στρατιωτών. Ο Αμερικανός πρόεδρος Μπιλ Κλίντον έσπευσε να διασώσει την ειρηνευτική διαδικασία στη Μέση Ανατολή, καλώντας στην Ουάσιγκτον τον Ισραηλινό πρωθυπουργό και τον Παλαιστίνιο ηγέτη Γιάσερ Αραφάτ. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις δυο πλευρές άρχισαν ξανά, χωρίς όμως να διαφαίνεται οποιαδήποτε διάθεση της ισραηλινής πλευράς να εφαρμόσει όσα συμφωνήθηκαν ανάμεσα στους Παλαιστίνιους και στην προηγούμενη ισραηλινή κυβέρνηση των Ράμπιν-Πέρες. Ο Νετανιάχου απέρριψε κάθε διαπραγμάτευση για το μέλλον της Ιερουσαλήμ και τη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Επίσης, δεν αναγνώρισε την απαγόρευση της προηγούμενης κυβέρνησης για τη δημιουργία νέων εβραϊκών οικισμών στη Δυτική Όχθη.
Τον Ιανουάριο του 1997 υπογράφηκε συμφωνία για την απόσυρση των ισραηλινών στρατευμάτων από τη Χεβρώνα, σύμφωνα με τη συμφωνία του Όσλο. Όμως, η απόφαση για τη δημιουργία νέου εβραϊκού οικισμού στην ανατολική Ιερουσαλήμ προκάλεσε νέα ένταση με διαδηλώσεις και μια σειρά βομβιστικών επιθέσεων. Όλα αυτά αποτέλεσαν την αφορμή για καθυστέρηση της ειρηνευτικής συμφωνίας, αλλά το υπουργικό συμβούλιο δέχτηκε τον Δεκέμβριο να ξεκινήσει μια νέα φάση απόσυρσης των Ισραηλινών από τη Δυτική Όχθη. Ο Νετανιάχου εκδήλωσε την πρόθεση να προσφέρει στους Παλαιστίνιους τον πλήρη έλεγχο στις περιοχές που ήταν υπό κοινό έλεγχο και επιπλέον 6-8% των εδαφών στα οποία το Ισραήλ διατηρούσε ακόμα τον έλεγχο. Όμως, συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις στο υπουργικό συμβούλιο, που κορυφώθηκαν με την παραίτηση του υπουργού Εξωτερικών Ναταβίντ Λεβί και την απόσυρση του κόμματός του από τον κυβερνητικό συνασπισμό τον Ιανουάριο του 1998.
Πριν από μια επίσκεψη του Νετανιάχου στην Ουάσιγκτον, 30.000 έποικοι πραγματοποίησαν μεγάλη διαδήλωση κατά της άρσης του ισραηλινού ελέγχου στη Δυτική Όχθη, ενώ το ισραηλινό Υπουργείο Εσωτερικών έδωσε άδεια για νέα εγκατάσταση εποίκων στην ανατολική Ιερουσαλήμ, εξοργίζοντας ακόμα και τον πρωθυπουργό.
Τον Μάιο του 1998 συγκλήθηκε μια ειδική διάσκεψη στο Λονδίνο μεταξύ των δύο πλευρών, με τη μεσολάβηση της Αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών, Μαντλίν Ολμπράιτ. Ο Αραφάτ υποχώρησε στο αίτημα για απόδοση του ελέγχου του 30% της Δυτικής Όχθης στην Παλαιστινιακή Αρχή, και αποδέχτηκε το 13% της ανεπίσημης αμερικανικής πρότασης. Όμως, ο Νετανιάχου απέρριψε και αυτό το ποσοστό και η διάσκεψη έληξε χωρίς συμφωνία. Τον ίδιο μήνα 8 Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν και πάνω από 100 τραυματίστηκαν όταν ισραηλινά στρατεύματα άνοιξαν πυρ κατά διαδηλωτών στη Δυτική Όχθη και στη Λωρίδα της Γάζας για την 50η επέτειο της Νάκμπα (=καταστροφή), όπως αποκαλούν οι Άραβες την απόφαση του ΟΗΕ για τον διαχωρισμό της Παλαιστίνης σε ισραηλινό και αραβικό κράτος. Ταυτόχρονα, οι Ισραηλινοί γιόρταζαν την 50η επέτειο της ίδρυσης του κράτους τους.
Τον Δεκέμβριο του 1998 ο Νετανιάχου έχασε στην Κνεσέτ μια ψηφοφορία για την έγκριση των χειρισμών του στην ειρηνευτική διαδικασία και προκηρύχθηκαν εκλογές για τον Μάιο του επόμενου έτους, τις οποίες έχασε από τον Εχούντ Μπάρακ και το Εργατικό Κόμμα. Τον Σεπτέμβριο ο Νετανιάχου παραιτήθηκε από την ηγεσία του Λικούντ και τον διαδέχτηκε ο πρώην υπουργός Άμυνας, Αριέλ Σαρόν. Τον ίδιο μήνα η νέα κυβέρνηση υπέγραψε συμφωνία με την Παλαιστινιακή Αρχή και μέσα σε λίγες μέρες απέδωσε το 7% της Δυτικής Όχθης σε παλαιστινιακό έλεγχο, ενώ άρχισαν εντατικές διαπραγματεύσεις για την οριστική επίλυση της κατάστασης. Παράλληλα, άρχισαν διαπραγματεύσεις με τη Συρία για την επιστροφή των υψωμάτων του Γκολάν, με αντάλλαγμα την αναγνώριση του κράτους του Ισραήλ. Οι διαπραγματεύσεις δεν έφεραν αποτέλεσμα, αλλά το Ισραήλ αποφάσισε τη μονομερή απόσυρση από τη ζώνη ασφαλείας του νότιου Λιβάνου, που ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2000.

Η πολιτική Σαρόν, η νέα ιντιφάντα και ο θάνατος του Αραφάτ
Με τη μεσολάβηση του Αμερικανού προέδρου Κλίντον πραγματοποιήθηκε νέα διάσκεψη κορυφής μεταξύ του Εχούντ Μπάρακ και του Γιάσερ Αραφάτ στο Καμπ Ντέιβιντ, η οποία όμως, δεν κατέληξε στη σύναψη τελικής συμφωνίας. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε μια δεύτερη ιντιφάντα των Παλαιστινίων με αφορμή το τέμενος Αλ Ακσά στην Ιερουσαλήμ. Η αποτυχία των διαπραγματεύσεων και το ξέσπασμα της βίας οδήγησαν τον Μπάρακ σε αιφνιδιαστική παραίτηση τον Δεκέμβριο του 2000.
Τον Φεβρουάριο του 2001 ο Αριέλ Σαρόν κέρδισε τις εκλογές με μεγάλη διαφορά και με βασικό σύνθημα την ασφάλεια των Ισραηλινών και την αποκήρυξη της ειρηνευτικής διαδικασίας του Όσλο. Στην κυβέρνησή του συμπεριέλαβε ακόμα και προσωπικότητες από το Εργατικό Κόμμα, όπως τον Σιμόν Πέρες ως υπουργό Εξωτερικών. Η βία συνέχισε να κυριαρχεί στη χώρα καθώς αυξήθηκαν οι παλαιστινιακές βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας, όπως και τα ισραηλινά αντίποινα.
Την άνοιξη του 2002 τα ισραηλινά στρατεύματα πραγματοποίησαν μια μεγάλη επιχείρηση στη Δυτική Όχθη, την οποία κατέλαβαν για τρεις εβδομάδες, και απέκλεισαν τον Αραφάτ στο αρχηγείο του, ενώ συνέλαβαν εκατοντάδες Παλαιστίνιους ως ύποπτους τρομοκρατικών ενεργειών και κατέστρεψαν μεγάλες ποσότητες όπλων. Τα γεγονότα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα την αναστολή της ειρηνευτικής διαδικασίας. Τον Ιανουάριο του 2003, κάτω από σκληρά μέτρα ασφαλείας και με πολύ μικρή συμμετοχή, έγιναν εκλογές στις οποίες υπερίσχυσε και πάλι το Λικούντ. Σχηματίστηκε κυβέρνηση συνασπισμού με πρωθυπουργό τον Αριέλ Σαρόν. Τη άνοιξη του ίδιου έτους αντιπροσωπεία των ΗΠΑ, της Ρωσίας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΗΕ παρουσίασε στον Σαρόν και στον πρώτο εκλεγμένο Παλαιστίνιο πρωθυπουργό Μαχμούντ Αμπάς τον περίφημο Οδικό Χάρτη για την ειρήνη, ο οποίος προέβλεπε ένα χρονοδιάγραμμα για το τέλος των εχθροπραξιών στην περιοχή, την εγκαθίδρυση παλαιστινιακού κράτους, την απόσυρση των ισραηλινών δυνάμεων από τις παλαιστινιακές πόλεις και τον αφοπλισμό των εβραϊκών οικισμών. Παρά τη θετική υποδοχή του σχεδίου (με εξαίρεση την εξτρεμιστική οργάνωση Χαμάς, η οποία το απέρριψε), δεν έγιναν πρακτικά βήματα έως τον Φεβρουάριο του 2004, οπότε ο Σαρόν ανακοίνωσε την πρόθεση μονομερούς αποχώρησης από τη Λωρίδα της Γάζας και οικοδόμησης του τείχους ασφαλείας στη Δυτική Όχθη. Παράλληλα, σε μια προσπάθεια αποδυνάμωσης των εξτρεμιστικών παλαιστινιακών οργανώσεων, οι ισραηλινές δυνάμεις σκότωσαν τον πνευματικό ηγέτη της Χαμάς, Αχμέντ Γιασίν, με μια αεροπορική επιδρομή, λιγότερο από ένα μήνα μετά (και παρά τις δημόσιες απειλές των Παλαιστίνιων εξτρεμιστών για ένταση της βίας) σκότωσαν και τον διάδοχό του, Αμπντέλ Αζίζ αλ Ραντίσι, ενώ οι Παλαιστίνιοι συνέχισαν τις επιθέσεις αυτοκτονίας στο έδαφος του Ισραήλ. Τον Νοέμβριο του 2004 έκλεισε ένα μεγάλο κεφάλαιο της ιστορίας της αραβοϊσραηλινής σύρραξης, με τον θάνατο του Παλαιστίνιου ηγέτη Γιάσερ Αραφάτ, τον οποίον τόσο οι Ισραηλινοί όσο και οι Αμερικανοί κατηγορούσαν για αδυναμία ελέγχου των εξτρεμιστικών παλαιστινιακών στοιχείων.Τον Ιανουάριο του 2005 έγιναν εκλογές στην Παλαιστινιακή Εθνική Αρχή, οι οποίες ανέδειξαν πρόεδρο τον Μαχμούντ Αμπάς, και τον επόμενο μήνα ο Σαρόν και ο Αμπάς ανακοίνωσαν την υπογραφή εκεχειρίας η οποία προέβλεπε την αποχώρηση των Ισραηλινών από 5 πόλεις της Δυτικής Όχθης.

18/7/09

Σύντομη εβραϊκή ιστορία

Η εγκατάσταση των Εβραίων στη Χαναάν
Η διείσδυση του εβραϊκού λαού στη Χαναάν, όπου ήταν εγκατεστημένοι δύο άλλοι λαοί, οι Αμορραίοι και οι Χαναναίοι, έγινε σε δύο κύματα: το πρώτο, που αναφέρεται στη Βίβλο με την ιστορία του Αβραάμ, ξεκίνησε από τη Μεσοποταμία περίπου τον 20ο αιώνα π.Χ. και το δεύτερο, που η Βίβλος περιγράφει ως επιστροφή στη Γη της Επαγγελίας από την Αίγυπτο, τον 15ο αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με τη Βίβλο, κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού οι 12 φυλές πήραν από τον Μωυσή τις 10 εντολές και τις βάσεις της μονοθεϊστικής θρησκείας. Η θρησκεία αυτή εδραιώθηκε παράλληλα με τη μόνιμη εγκατάσταση του λαού και τη δημιουργία ενός ενιαίου μοναρχικού κράτους, έπειτα από μια σειρά από νίκες, αρχικά επί των Αμορραίων της Υπεριορδανίας και των Χαναναίων της Ιουδαίας και ύστερα επί των Μωαβιτών, των Ιδουμαίων και κυρίως επί των Φιλισταίων που ήρθαν από τη θάλασσα με όπλα από σίδερο (μέταλλο ακόμα άγνωστο στους Εβραίους). Κατά την περίοδο των Κριτών (13ος-11ος αιώνας π.Χ.), όπως ονομάζεται η περίοδος της εδαφικής εδραίωσης και των αγώνων με τους γειτονικούς λαούς, διακρίθηκαν ορισμένοι άτομα από τον λαό, που τιμήθηκαν ως λαϊκοί ήρωες.
Μετά τον πρώτο βασιλιά Σαούλ (1040-1000), ο πραγματικός θεμελιωτής του κράτους του Ισραήλ υπήρξε ο Δαβίδ (1000-961) ο οποίος, αφού πήρε την Ιερουσαλήμ από τους Ιεβουσαίους, την έκανε πρωτεύουσα και την εξωράισε κατασκευάζοντας κτίρια από ξύλο και πέτρα. Τον διαδέχτηκε ο γιος του, Σολομών, που βασίλεψε από το 961 έως το 922 π.Χ. Μετά το θάνατό του μια διάχυτη δυσαρέσκεια που οφειλόταν στα μεγάλα έξοδα για δημόσια έργα και στην ανεκτικότητα προς τις ξένες λατρείες που έφεραν οι σύζυγοι του Σολομώντα, είχε ως αποτέλεσμα να χωριστεί το κράτος σε δύο βασίλεια: στο βασίλειο του Ισραήλ στο Βορρά, με πρωτεύουσα τη Συχέμ (ύστερα τη Θιρσά και, τέλος, τη Σαμάρεια), που το αποτελούσαν δέκα φυλές, και στο βασίλειο του Ιούδα στα Νότια, που το αποτελούσαν οι φυλές του Ιούδα και του Βενιαμίν, με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ. Διαιρεμένα κι εξασθενημένα από βίαιες συγκρούσεις, τα δύο βασίλεια καταλείφθηκαν από τους Ασσύριους και τους Βαβυλώνιους, αντίστοιχα.
Με τον Αμρί (884-873 π.Χ.), ιδρυτή της πόλης Σαμάρειας, το Ισραήλ ανέκτησε μέρος της παλιάς ισχύος του, όμως απειλήθηκε όταν ο διάδοχός του, Αχαάβ (873-851 π.Χ.), προσπάθησε να επιβάλει τη λατρεία του Τύριου θεού Βάαλ. Με τον Ιηού (842-835 π.Χ.) αποκαταστάθηκε η λατρεία του ΓΧΒΧ. Με τον θάνατο του βασιλιά Ιεροβοάμ Β' (773 π.Χ.), το Ισραήλ περιήλθε στην κατοχή των Ασσυρίων, υπό τον Τιγλάθ Πιλάσαρ Γ' (745-727 π.Χ.). Μετά το θάνατο του τελευταίου βασιλιά της Σαμάρειας, ο Ωσηέ (732-724 π.Χ.) προσπάθησε να υποκινήσει εξέγερση με τη βοήθεια της Αιγύπτου, αλλά ηττήθηκε από τον Ασσύριο βασιλιά Σαλμανάσαρ Ε', ο οποίος κατέστρεψε τη Σαμάρεια και εκτόπισε (722 π.Χ.) τους κατοίκους της.
Μεγαλύτερη ζωή είχε το βασίλειο του Ιούδα, το οποίο με τους πρώτους απογόνους του Δαβίδ ισχυροποίησε τη θρησκευτική τάξη του Ναού και της Ιερουσαλήμ. Το 733 π.Χ. ο Άχαζ αναγκάστηκε να υποταχθεί στον Τιγλάθ Πιλάσαρ Γ', αλλά ο γιος του Εζεκίας (725-693 π.Χ.) κατόρθωσε, συμμαχώντας με τους Βαβυλώνιους, να κρατήσει μακριά τους Ασσύριους που πολιορκούσαν μάταια την Ιερουσαλήμ. Όμως η κατάρρευση της ασσυριακής ισχύος είχε σαν αποτέλεσμα να περιέλθει η Ιουδαία στη Βαβυλωνιακή σφαίρα επιρροής. Αφού εξεγέρθηκε εναντίον της Βαβυλώνας το 597 π.Χ. και ξανά το 587 π.Χ., η Ιερουσαλήμ πολιορκήθηκε και καταστράφηκε και ο πληθυσμός εκτοπίστηκε.

Περσική και ελληνιστική κυριαρχία
Όταν ο Κύρος ο Μέγας κατέκτησε τη Βαβυλωνιακή αυτοκρατορία (539 π.Χ.), επέτρεψε στους Εβραίους να επιστρέψουν στη γη τους και να ανοικοδομήσουν τον Ναό της Ιερουσαλήμ, η οποία έγινε ξανά σπουδαίο θρησκευτικό κέντρο. Επί της βασιλείας του Αρταξέρξη Α' επέστρεψαν άλλες δύο ομάδες Εβραίων, αλλά η πολιτική ζωή του Ισραήλ ως κράτους δεν αναζωπυρώθηκε και η Ιερουσαλήμ παρέμεινε κυρίως θρησκευτικό κέντρο. Άλλωστε, λίγα πράγματα είναι γνωστά για την ιστορία της σε εκείνους τους αιώνες.
Όταν ο Δαρείος Γ', ο τελευταίος Αχαιμενίδης βασιλιάς της Περσίας, ηττήθηκε στη μάχη της Ισσού (333 π.Χ.), ο Μέγας Αλέξανδρος κατέβηκε μέσω της Φοινίκης και της Ιουδαίας προς την Αίγυπτο, όπου ίδρυσε την Αλεξάνδρεια, προσελκύοντας εκεί μια ρωμαλέα εβραϊκή κοινότητα, ολοένα και πιο ανοιχτή στην ελληνική παιδεία. Το 250 π.Χ. μεταφράστηκε στα ελληνικά η Τορά (Πεντάτευχος) και στη συνέχεια, χάρη στον Πτολεμαίο Β', ολόκληρη η Βίβλος (μετάφραση των Εβδομήκοντα ή Ο'). Ελάχιστα εξελληνισμένη ήταν αντίθετα, η Ιερουσαλήμ, που εξακολουθούσε να είναι το θρησκευτικό κέντρο του εβραϊκού κόσμου. Όταν όμως το 198 π.Χ. η Ιουδαία περιήλθε στην κυριαρχία των Πτολεμαίων και των Σελευκιδών, η πόλη υπέστη βαθιές μετατροπές, κυρίως όταν ήταν αρχιερέας ο Ιάσονας. Ο Ιάσων εκδιώχθηκε από τον Σελευκίδη Αντίοχο Δ', ο οποίος κατέλαβε την Ιερουσαλήμ, λεηλάτησε τον Ναό και γκρέμισε τα τείχη (168 π.Χ.). Ακολούθησε βίαιος εξελληνισμός της πόλης και απαγορεύτηκε κάθε μορφή εβραϊκής λατρείας.
Η αναπόφευκτη αντίδραση ξέσπασε σε μια εξέγερση οργανωμένη από έναν ιερέα, τον Ματταθία, ένας από τους γιους του οποίου, ο Ιούδας ο επονομαζόμενος Μακκαβαίος, κατάφερε να νικήσει τον Αντίοχο και να ανακαταλάβει την Ιερουσαλήμ. Ο Ναός αποκαταστάθηκε και αφιερώθηκε ξανά στον ΓΧΒΧ στις 25 Δεκεμβρίου του 164 π.Χ. Όμως, οι αγώνες ανάμεσα στους εθνικιστές και στους ελληνιστές συνεχίζονταν και ο Ιούδας σκέφτηκε να ζητήσει την προστασία της Ρώμης. Μετά το θάνατό του σε μάχη (160 π.Χ.), ο αδελφός του, Ιωνάθαν, ανανέωσε πάλι τη φιλία με τη Ρώμη για να προστατευθεί από τους Σελευκίδες, αλλά σκοτώθηκε κι αυτός. Από τους αδελφούς Μακκαβαίους έμεινε μόνο ο Σίμων. Αναγνωρίστηκε πάλι βασιλιάς ο Δημήτριος Β', ο οποίος το 142 π.Χ. παραχώρησε ελευθερία στην Ιερουσαλήμ, απαλλάσσοντάς την από τους φόρους.

Το βασίλειο των Ασμοναίων και η κυριαρχία της Ρώμης
Με τον Σίμωνα Α', που εξελέγη αρχιερέας από μια λαϊκή συνέλευση, αρχίζει η λεγόμενη δυναστεία των Ασμοναίων, η οποία υπό τον Ιωάννη Υρκανό Α' (135-104 π.Χ.) επεξέτεινε τα σύνορα του κράτους με μια σειρά από κατακτήσεις στην Υπεριορδανία και στη Σαμάρεια. Τον Ιωάννη Υρκανό διαδέχτηκε για ένα χρόνο ο γιος του, Ιούδας Αριστόβουλος Α', και ύστερα ο αδελφός του, Αλέξανδρος Ιανναίος (103-78 π.Χ.), ο πρώτος της δυναστείας που πήρε τον τίτλο του βασιλιά. Η δυναστεία πολέμησε για μεγάλο διάστημα εναντίον των Φιλισταίων, καταλαμβάνοντας τα Γάδαρα, τη Ράφεια (Ραφία) και τη Γάζα. Στους εσωτερικούς αγώνες αναδείχθηκε μια οικογένεια Ιδουμαίων (που μόλις είχαν προσηλυτιστεί στη θρησκεία και προσαρτηθεί στο κράτος του Ισραήλ), η οποία υπό την ηγεσία του Αντίπατρου απ’ την Ιδουμαία εκμεταλλεύτηκε τον ανταγωνισμό μεταξύ Ασμοναίων, Αριστόβουλου Α' και Υρκανού Β', συμμαχώντας με τον τελευταίο. Όταν ο Πομπήιος, αφού κατέκτησε τη Συρία (64 π.Χ.), πολιόρκησε την Ιερουσαλήμ, η πλειονότητα του πληθυσμού άνοιξε τις πύλες στους Ρωμαίους. Μόνο οι οπαδοί του Αριστόβουλου οχυρώθηκαν στο Ναό, που κυριεύθηκε ύστερα από πολιορκία 3 μηνών. Στη σφαγή που ακολούθησε, πήραν μέρος και οι οπαδοί του Υρκανού, ο οποίος ονομάστηκε από τον Πομπήιο αρχιερέας και εθνάρχης ενός εδάφους πολύ περιορισμένου σε σχέση με το παρελθόν, προσαρτημένου στη νέα ρωμαϊκή επαρχία της Συρίας.
Το 56 π.Χ. ο Αριστόβουλος και ο γιος του, Αλέξανδρος, αφού δραπέτευσαν από τη Ρώμη, προσπάθησαν μάταια να προκαλέσουν εξέγερση στην Ιουδαία. Κατά τον εμφύλιο πόλεμο υποστήριξαν τον Καίσαρα, αλλά δολοφονήθηκαν από τους οπαδούς του Πομπήιου. Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας νίκησε τον Πομπήιο, εδραίωσε τον Υρκανό Β' ως μέγα αρχιερέα και εθνάρχη, διορίζοντας αντίθετα επιμελητή της Ιουδαίας τον Αντίπατρο, που ανέθεσε τη διοίκηση στους γιους του, Φασαήλ (Ιερουσαλήμ) και Ηρώδη (Γαλιλαία). Μετά το θάνατο του Καίσαρα (44 π.Χ.) ο επιζών γιος του Αριστόβουλου, Αντίγονος, προσπάθησε να αναλάβει ξανά την εξουσία αλλά μετά τη μάχη των Φιλίππων (42 π.Χ.) ο Μάρκος Αντώνιος διόρισε τον Ηρώδη και τον Φασαήλ τετράρχες της Ιουδαίας. Ο Αντίγονος συμμάχησε τότε με τους Πάρθους, οι οποίοι εισέβαλαν στη Συρία και στην Ιουδαία, κατορθώνοντας έτσι να γίνει αρχιερέας και βασιλιάς των Ιουδαίων. Εξέδωσε νομίσματα που έφεραν στα ελληνικά το όνομά του και τον τίτλο του, και στην άλλη όψη το ιουδαϊκό του όνομα Ματταθίας και τον τίτλο μέγας αρχιερέας στην εβραϊκή γλώσσα. Υπήρξε ο τελευταίος των Ασμοναίων, γιατί ο Ηρώδης πήρε ξανά από τους Ρωμαίους, που είχαν απωθήσει τους Πάρθους, τον τίτλο του βασιλιά της Ιουδαίας και αποκεφάλισε τον Αντίγονο στην Αντιόχεια.
Ο Ηρώδης ο Μέγας (37 π.Χ. - 4 μ.Χ.) διατηρήθηκε στην εξουσία χάρη στη σταθερή υποστήριξη της Ρώμης. Έδωσε ελληνιστικό χαρακτήρα στην Ιερουσαλήμ, ανοικοδόμησε τη Σαμάρεια (που ονομάστηκε Σεβάστεια προς τιμή του Αυγούστου) και ίδρυσε στην ακτή τη μελλοντική πρωτεύουσα της ρωμαϊκής Ιουδαίας, την Turris Stratonis (Πύργος Στράτωνος) ή Καισάρεια. Μετά τον θάνατό του, ενώ ο κληρονόμος του Αρχέλαος βρισκόταν στη Ρώμη, ξέσπασαν εναντίον της δυναστείας και των Ρωμαίων ταραχές που οδήγησαν τον Αύγουστο να διαιρέσει το βασίλειο σε τρία διαμερίσματα: το πρώτο, που περιλάμβανε την Ιουδαία, τη Σαμάρεια και την Ιδουμαία, δόθηκε στον Αρχέλαο, ενώ οι αδελφοί του, Ηρώδης Αντύπας και Φίλιππος, πήραν αντίστοιχα τη Γαλιλαία και τη ΒΑ ζώνη. Όταν καθαιρέθηκε ο Αρχέλαος, το 6 μ.Χ., εξαιτίας των δυσαρεσκειών που είχε προκαλέσει ανάμεσα στους ίδιους τους Εβραίους, το έδαφός του αποτέλεσε μέρος της ρωμαϊκής επαρχίας της Συρίας. Το διαμέρισμα του Φιλίππου προσαρτήθηκε στη Συρία μετά το θάνατό του (34). Ο Ηρώδης Αντύπας, που κυβέρνησε έως το 37 μ.Χ., ίδρυσε την Τιβεριάδα, που έγινε πρωτεύουσα της Γαλιλαίας. Αυτός είναι ο Ηρώδης που διέταξε τον αποκεφαλισμό του Ιωάννη του Βαπτιστή και έστειλε τον Ιησού στον Πιλάτο. Ο Πόντιος Πιλάτος ήταν ανθύπατος του Τιβέριου και η παρουσία του στην Ιουδαία κατά τα χρόνια 26036 μ.Χ. επιβεβαιώνεται και από μια επιτύμβια πλάκα που βρέθηκε στην Καισάρεια το 1961. Άλλα αξιοσημείωτα γεγονότα διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας του Καλιγούλα: οι εξεγέρσεις των Εβραίων της Αλεξάνδρειας εναντίον του αυτοκράτορα και η άνοδος του Ηρώδη Αγρίππα, ενός από τους εκρωμαϊσμένους ανιψιούς του Ηρώδη του Μεγάλου, ο οποίος πήρε από τον Καλιγούλα τη διακυβέρνηση της τετραρχίας του Φιλίππου (37). Ο Ηρώδης Αγρίππας κατόρθωσε να ανοικοδομήσει το βασίλειο του Ηρώδη του Μεγάλου παίρνοντας από τον αυτοκράτορα Κλαύδιο το 39 την τετραρχία του Ηρώδη Αντύπα και το 41 την Ιουδαία και τη Σαμάρεια. Κυβέρνησε με τον τίτλο του βασιλιά έως το θάνατό του (44). Προσπάθησε να κερδίσει τη συμπάθεια των Εβραίων με την τήρηση των τελετουργικών κανόνων και την καταδίωξη της μεσσιανικής κοινότητας της Ιερουσαλήμ. Τον διαδέχθηκε ο γιος του, Ηρώδης Αγρίππας Β', που βασίλεψε επί μισό περίπου αιώνα, μένοντας πιστός στη Ρώμη ακόμα και κατά τη διάρκεια της εβραϊκής εξέγερσης (66), που τερματίστηκε με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ (70).
Όταν απέτυχε μια ειρηνευτική προσπάθεια του Αγρίππα Β', ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στα στρατεύματά του και στους ζηλωτές, όπως ονομάστηκαν οι εξτρεμιστικές φατρίες των πολιτών της Ιερουσαλήμ, σε αντίθεση με τις μετριοπαθείς ή τις καθαρά φιλοχρήματες. Ο Νέρων αποφάσισε (67) να στείλει στην Ιουδαία τον Τίτο Φλάβιο Βεσπασιανό, ο οποίος συνοδευόμενος από το γιο του Τίτο και από διάφορους συμμάχους, ανάμεσα στους οποίους ο Αγρίππας Β', βάδισε κατά της Ιουδαίας, κυρίευσε ύστερα από μακρά πολιορκία την πόλη Ιωτάπατα και κατέλαβε τα επαναστατημένα κέντρα της Σαμάρειας και της Γαλιλαίας. Το 68 ο Βεσπασιανός κατέλαβε σχεδόν όλες τις περιοχές γύρω από την Ιερουσαλήμ, όπου εξακολουθούσε να μαίνεται ο εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα σε ζηλωτές και μετριοπαθείς. Τότε έφτασε η είδηση του θανάτου του Νέρωνα. Ο Βεσπασιανός ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας τον Ιούλιο του 69 και τη συνέχιση του πολέμου ανέλαβε ο γιος του, Τίτος, ο οποίος πολιόρκησε την Ιερουσαλήμ αφού προσπάθησε μάταια να καταλήξει σε κάποιον συμβιβασμό. Αφού κατάφεραν να περάσουν τα τείχη, οι Ρωμαίοι δέχτηκαν σοβαρές αντεπιθέσεις από μέρους των πολιορκημένων, τους οποίους απομόνωσαν τελείως κόβοντας κάθε επαφή με το εξωτερικό. Παρόλο που οι πολιορκημένοι άρχισαν να πεθαίνουν από την πείνα κατά χιλιάδες, οι ζηλωτές αντιστάθηκαν όσο μπορούσαν. Τέλος, έπεσε το οχυρό Αντωνία που είχε κατασκευαστεί από τον Ηρώδη τον Μέγα και οι στρατιώτες του Τίτου, αφού μπήκαν στην πόλη, πολιόρκησαν τον Ναό, τον οποίον κυρίευσαν το 70. Παρά τις αντίθετες διαταγές του Τίτου, ο Ναός πυρπολήθηκε και λεηλατήθηκε και η πόλη ισοπεδώθηκε και μετατράπηκε σε στρατόπεδο.
Η Ιουδαία, η οποία λεγόταν και Συρία Παλαιστίνη, μετατράπηκε έτσι σε μια επαρχία την οποία κυβερνούσαν οι λεγάτοι, δηλαδή στρατιωτικοί διοικητές στους οποίους υπαγόταν ένας επίτροπος. Ύστερα από περίπου 40 χρόνια, και η Παλαιστίνη ενεπλάκη στην ιουδαϊκή εξέγερση, η οποία το 116 επεκτάθηκε από την Κυρήνη και από την Αλεξάνδρεια έως τη Συρία και τη Μεσοποταμία, και πιο άμεσα στην εξέγερση που ξέσπασε το 132 μετά την επίσκεψη του αυτοκράτορα Αδριανού και την απόφασή του να μετατρέψει την Ιερουσαλήμ σε πόλη ελληνιστικού χαρακτήρα με την ονομασία Αιλία Καπιτωλίνα. Η εξέγερση είχε ηγέτη τον Σίμωνα Μπαρ Κοχμπά, στο τέλος όμως η Ιερουσαλήμ υποχώρησε. Οι Ρωμαίοι επικράτησαν και, αφού δικάστηκαν οι πρωταίτιοι της εξέγερσης, δεκάδες χιλιάδες Εβραίοι εκτοπίστηκαν ή πουλήθηκαν σκλάβοι και απαγορεύτηκε σε κάθε Εβραίο να πατήσει το πόδι του στην καινούργια πόλη που ιδρύθηκε στα ερείπια της Ιερουσαλήμ.

Η αραβική κυριαρχία και η τουρκική εισβολή
Στη νέα διοικητική διαίρεση του ρωμαϊκού κράτους που πραγματοποίησε ο Διοκλητιανός, η Ιουδαία αποτέλεσε μέρος της δεύτερης διοίκησης, η οποία ονομάστηκε Παλαιστίνη της Ανατολής. Αργότερα διαιρέθηκε στην κατεξοχήν Παλαιστίνη (το κεντρικό τμήμα, περίπου από την Καισάρεια έως τη Γάζα), στη Σώτειρα Παλαιστίνη (νότιο τμήμα), ενώ οι βόρειες ζώνες προσαρτήθηκαν στη Φοινίκη. Ενώ η Καισάρεια αποκτούσε σπουδαιότητα ως πρωτεύουσα της ρωμαϊκής Παλαιστίνης, ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο οποίος το 326 διέταξε την αποκατάσταση των τόπων της σταύρωσης και της ταφής του Χριστού, κατέστησε την Ιερουσαλήμ ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα της χριστιανοσύνης (με πολλούς ναούς) και τόπο προσκυνήματος. Η αναγέννηση της πόλης διακόπηκε ωστόσο το 614, όταν την κατέλαβαν οι Πέρσες, καταστρέφοντας - μεταξύ άλλων - και τον ναό του Παναγίου Τάφου. Λίγα χρόνια μετά την εκδίωξη των Περσών από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ηράκλειο (629), ήρθε η σειρά των Αράβων, που κυρίευσαν την πόλη το 637, ύστερα από πολιορκία 2 ετών. Παρά τη θρησκευτική ανοχή που έδειξαν οι νέοι κατακτητές, η αραβική κατάκτηση είχε μεγάλη επίδραση, καθώς οδήγησε σε έναν προοδευτικό εξαραβισμό του πληθυσμού.
Η Ιουδαία κατελήφθη το 969 από του Φατιμίδες χαλίφες που προέρχονταν από τη βόρεια Αφρική, οι οποίοι στο σύνολό τους εξακολούθησαν την πολιτική ανοχής προς τους Χριστιανούς. Τελείως διαφορετική όμως υπήρξε η συμπεριφορά των Σελτζουκιδών που συμπλήρωσαν την κατάληψη της χώρας το 1076. Την εποχή εκείνη, οι χριστιανοί ηγεμόνες της Δύσης άρχισαν τις Σταυροφορίες. Η πρώτη από αυτές (1096-99), με ηγέτη τον Φράγκο ευγενή Γοδεφρείδο του Μπουγιόν, οδήγησε στη δημιουργία του λατινικού βασιλείου της Ιερουσαλήμ που ανατράπηκε το 1187 από τα στρατεύματα του σουλτάνου Σάλαχ ελ Ντιν (Σαλαντίν). Ακολούθησε η δεύτερη (1147-49), την οποία κήρυξε ο Ευγένιος Γ' με επακόλουθο τη λεηλασία των Βυζαντινών επαρχιών, την ανακατάληψη του πριγκιπάτου της Αντιόχειας από τους Τούρκους και τη συντριβή του βασιλιά της Ιερουσαλήμ Γουίδονα Λουζινιάν. Η τρίτη (1189-92) ξεκίνησε με την κατάληψη της Άκρα. Η τέταρτη (1204-4), την οποία κήρυξε ο πάπας Ιννοκέντιος Γ' για την ανακατάληψη της Ιερουσαλήμ, άλλαξε στόχο και επιδίωξε την κατάλυση της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης. Στην πέμπτη (1217-21), που κήρυξε ο Ονώριος Γ', επιχειρήθηκε χωρίς επιτυχία η ανάκτηση της Άκρα. Στην έκτη (1228-29) έγινε η παραχώρηση της Ιερουσαλήμ από τον σουλτάνο Μαλίκ αλ Καμίλ στον Φρειδερίκο Β', όπου και στέφθηκε βασιλιάς στο ναό του Παναγίου Τάφου. Το 1244 η Ιερουσαλήμ έπεσε στα χέρια των Τούρκων και δεν ανακτήθηκε πια. Δύο νέες αποτυχημένες εκστρατείες των Δυτικών (1248-54 και 1270) απέφεραν στους Τούρκους (Μαμελούκους) τις πόλεις Άκρα, Τύρο, Σιδώνα, Βηρυτό. Το 1291 οι Μαμελούκοι έδιωξαν τους Χριστιανούς από το τελευταίο προπύργιό τους στην Ιουδαία, τον Άγιο Ιωάννη της Άκρα, και το 1516 η χώρα κατελήφθη από τους Οθωμανούς.

Η γένεση και η ανάπτυξη του Σιωνισμού
Η προσπάθεια ανακατάληψης της Παλαιστίνης που έγινε το 1799 από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη απέτυχε χάρη στην αντίσταση των Βρετανών, οι οποίοι επίσης αντιτάχθηκαν στην αποστολή του κυβερνήτη της Αιγύπτου, Μοχάμεντ Άλι (1831), αναγκάζοντάς τον να επιστρέψει τη χώρα στους Τούρκους (1840). Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, υπό την πίεση του αντισημιτισμού που ήταν διαδεδομένος στην Ευρώπη, οι Εβραίοι άρχισαν να κυριεύονται από την ιδέα ότι ήταν ίσως ευκαιρία να εγκατασταθούν στην Παλαιστίνη. Στη Βρετανία, στη Γαλλία και στη Ρωσία αναπτύχθηκαν πρωτοβουλίες για τον αποικισμό της Παλαιστίνης. Στη Ρισών Λε Σιών ιδρύθηκε η πρώτη αποικία μεταναστών οργανωμένη από την εταιρεία Φίλοι της Σιών (1885) του Ρωσοεβραίου Λέοντα Πίνσκερ. Παράλληλα με αυτές τις πρωτοβουλίες, εδραιωνόταν η σιωνιστική ιδεολογία που αναζητούσε μια πατρίδα για το εβραϊκό έθνος. Το ιδανικό αυτό ενσαρκώθηκε στο πρόσωπο του Τέοντορ Χερτσλ (1860-1904) ο οποίος παρά την αντίθεση σημαντικής μερίδας της διεθνούς εβραϊκής κοινότητας, προσπάθησε μάταια να εξασφαλίσει, μεταξύ 1898 και 1903, την οθωμανική άδεια να ιδρύσει στην Παλαιστίνη μια εθνική έδρα νόμιμα αναγνωρισμένη.
Μετά το θάνατο του Χερτσλ νέες διαφωνίες εκδηλώθηκαν ανάμεσα στους λεγόμενους πολιτικούς σιωνιστές, οι οποίοι υποστήριζαν το άκαιρο της ανάληψης αποικιστικής δραστηριότητας πριν την εξασφάλιση συγκεκριμένων πολιτικών εγγυήσεων, και στους πρακτικούς σιωνιστές, που στήριζαν το πρόγραμμά τους σε μια αργή διείσδυση στην Παλαιστίνη. Επικράτησε η δεύτερη άποψη και, χάρη στη μεταφορά μικρών πληθυσμιακών ομάδων, ο εβραϊκός πληθυσμός στην Παλαιστίνη έφτασε το 1919 να αριθμεί περίπου 90.000 άτομα.
Κατά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, προσπαθώντας να εξεγείρει του Άραβες εναντίον της Τουρκίας, η Βρετανική κυβέρνηση έδωσε στον εμίρη της Μέκκας, Χουσεΐν, υποσχέσεις ανεξαρτησίας που δεν καθόριζαν ρητά τη μελλοντική διευθέτηση της Παλαιστίνης. Ταυτόχρονα, μια ομάδα Εβραίων, ανάμεσα στους οποίους και ο Χαΐμ Βάιτσμαν, προβλέποντας τη συμμαχική νίκη, είχε αρχίσει να διαπραγματεύεται για την εγκατάσταση στην Παλαιστίνη. Τα αιτήματα αυτά απορρίφθηκαν από τη ρωσική και τη γαλλική κυβέρνηση, αλλά στις 2 Νοεμβρίου 1917 ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Τζέιμς Άρθουρ Μπάλφουρ ανακοίνωσε την περίφημη διακήρυξη σύμφωνα με την οποία η Βρετανία ευνοούσε την ίδρυση στην Παλαιστίνη μιας εθνικής έδρας (National Home) για τον εβραϊκό λαό, χωρίς προκαταλήψεις για τα πολιτικά και θρησκευτικά δικαιώματα των μη εβραϊκών κοινοτήτων που υπήρχαν στην Παλαιστίνη.

Η διακήρυξη του Μπάλφουρ και η βρετανική εντολή
Τον Απρίλιο του 1920 η διάσκεψη του Σαν Ρέμο αποφάσισε ότι η Παλαιστίνη έπρεπε να διοικείται από βρετανική εντολή και ότι στη συνθήκη ειρήνης με την Τουρκία (που υπογράφηκε στη συνέχεια στις Σέβρες, αλλά δεν επικυρώθηκε από το τουρκικό κοινοβούλιο) θα παρεμβαλλόταν η διακήρυξη Μπάλφουρ. Πριν όμως επικυρωθεί η εντολή από την Κοινωνία των Εθνών (24 Ιουλίου 1922) ξέσπασαν στην Παλαιστίνη πυρκαγιές που έφεραν στο φως τις δυσκολίες συμβίωσης Αράβων και Εβραίων. Οι Εβραίοι ερμήνευσαν τη διακήρυξη Μπάλφουρ ως αναγνώριση του δικαιώματος να ιδρύσουν κράτος στην Παλαιστίνη, ενώ οι Άραβες διεκδικούσαν την κατοχή ενός εδάφους στο οποίο αντιπροσώπευαν το 90% του πληθυσμού. Αν και τα πρώτα χρόνια της Βρετανικής εντολής το μεταναστευτικό ρεύμα υπήρξε μάλλον περιορισμένο, οι Εβραίοι κατάφεραν να εκμεταλλευτούν με υδροηλεκτρικούς σταθμούς τα νερά το Ιορδάνη και έδωσαν αξιοσημείωτη ώθηση στη γεωργία, ιδρύοντας μια σειρά από γεωργικές εγκαταστάσεις κολεκτιβιστικού ή συνεταιριστικού χαρακτήρα (κιμπούτς και μοσάβ). Το 1928-29 ξέσπασαν μεγάλες ταραχές ανάμεσα σε σιωνιστές και ντόπιους Άραβες, οι οποίες έγιναν πιο σοβαρές από τη βρετανική αποικιακή παρουσία, αλλά μετά την άνοδο στην εξουσία της Γερμανίας του Χίτλερ (1933) η εβραϊκή μετανάστευση έγινε και πάλι μαζική. Συνολικά, από το 1919 έως το 1939 μετανάστευσαν στην Παλαιστίνη περίπου 350.000 Εβραίοι και το ποσοστό τους στον πληθυσμό ανέβηκε στο 30%. Η ένταση που ακολούθησε είχε αποτέλεσμα έναν πραγματικό ανταρτοπόλεμο.
Μια βρετανική εξεταστική επιτροπή, με πρόεδρο τον λόρδο Ρόμπερτ Πιλ, παρουσίασε τον Ιούλιο του 1937 μια αναφορά η οποία, αφού επισήμανε την αδυναμία συνέχισης της εντολής, πρότεινε να χωριστεί η Παλαιστίνη σε δύο ανεξάρτητα κράτη, ένα αραβικό και ένα εβραϊκό, χωρισμένα από μια ζώνη διοικούμενη από το Λονδίνο, η οποία θα περιλάμβανε την Ιερουσαλήμ και το λιμάνι της Γιάφα. Το σχέδιο αυτό δεν έγινε δεκτό ούτε από τους Άραβες ούτε από τους Εβραίους, και τις παραμονές του Β' Παγκοσμίου πολέμου η Βρετανία περιόρισε δραστικά το ποσοστό μετανάστευσης των Εβραίων και το δικαίωμά τους να αποκτούν εδάφη στην Παλαιστίνη. Οι σιωνιστές δημιούργησαν τότε μια κρυφή στρατιωτική οργάνωση, τη Χαγκανά, στην οποία πήραν μέρος ομάδες ανταρτών, ενώ οι Άραβες παρέμειναν ανοργάνωτοι. Στο τέλος του Β' Παγκοσμίου πολέμου οι σιωνιστικές στρατιωτικές δυνάμεις, που είχαν λάβει μέρος σε επιχειρήσεις εναντίον του γαλλικού καθεστώτος του Βισύ, στη Συρία, άρχισαν ανταρτοπόλεμο κατά των βρετανικών αρχών.
Αφού απέτυχε κάθε σχέδιο διαμελισμού, η Βρετανία αποφάσισε (1947) να φέρει το πρόβλημα της Παλαιστίνης (όπου συνέχιζαν να εισρέουν Εβραίοι πρόσφυγες) στα Ηνωμένα Έθνη. Ειδική επιτροπή που διορίστηκε από τη γενική συνέλευση μελέτησε από κοντά την κατάσταση και πρότεινε είτε τη δημιουργία δύο κρατών, αραβικού και εβραϊκού, ανεξαρτήτων αλλά ενωμένων οικονομικά, είτε τη δημιουργία ενός ομόσπονδου κράτους. Εγκρίθηκε το πρώτο σχέδιο που προέβλεπε επίσης μια διεθνή ζώνη η οποία θα περιλάμβανε την Ιερουσαλήμ, υπό τον έλεγχο του ΟΗΕ.

Η δημιουργία του ισραηλινού κράτους και αραβοϊσραηλινοί πόλεμοι
Η απόφαση του ΟΗΕ (29 Νοεμβρίου 1947), την οποία δέχτηκαν ευνοϊκά οι σιωνιστές, προκάλεσε την αντίδραση των Αράβων που άρχισαν να προετοιμάζονται για πόλεμο. Η κατάσταση οξύνθηκε τόσο πολύ που η Βρετανία, υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ, προσπάθησε να αντικαταστήσει το σχέδιο του διαμελισμού με μια προσωρινή κηδεμονία του ΟΗΕ. Την ίδια μέρα της αποχώρησης των βρετανικών στρατευμάτων (14 Μαΐου 1948), η προσωρινή σιωνιστική κυβέρνηση που είχε εγκατασταθεί στην Παλαιστίνη με ηγέτη τον Νταβίντ Μπεν Γκουριόν ανακήρυξε την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, εναντίον του οποίου κινήθηκαν αμέσως τα αραβικά στρατεύματα, ενώ περίπου 750.000 Άραβες της Παλαιστίνης εγκατέλειπαν τα σπίτια τους. Οι δυνάμεις του κράτους του Ισραήλ (που αναγνωρίστηκε αμέσως τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από τη Σοβιετική Ένωση) αντιστάθηκαν στις αραβικές επιθέσεις, κερδίζοντας ακόμα περισσότερο έδαφος. Στις 20 Μαΐου 1948 ο κόμης Φόλκε Μπερναντάτ, πρόεδρος του Σουηδικού Ερυθρού Σταυρού, διορίστηκε μεσολαβητής των Ηνωμένων Εθνών στην Παλαιστίνη. Κατόρθωσε να πετύχει σύντομες εκεχειρίες, αλλά μετά τη δολοφονία του (17 Σεπτεμβρίου) οι συγκρούσεις έγιναν σφοδρότερες. Η Δυτική Όχθη του Ιορδάνη κατελήφθη από την Αραβική Λεγεώνα του βασιλιά της Υπεριορδανίας, Αμπντουλάχ Α', ενώ η Αίγυπτος κατέλαβε τη λωρίδα της Γάζας. Στις 7 Ιανουαρίου 1949 έγινε ανακωχή, την οποία ακολούθησε εκεχειρία του Ισραήλ με όλες τις εμπόλεμες χώρες, με εξαίρεση το Ιράκ. Πιο συγκεκριμένα, στις 24 Φεβρουαρίου υπογράφηκε ανακωχή με την Αίγυπτο, στις 23 Μαρτίου με τον Λίβανο, στις 3 Απριλίου με την Ιορδανία και στις 20 Ιουλίου με τη Συρία. Άραβες και Εβραίοι αρνήθηκαν την πρόταση του ΟΗΕ για διεθνοποίηση της Ιερουσαλήμ και η πόλη παρέμεινε διαιρεμένη σε δύο τμήματα. Το ίδιο έτος, ο Χαΐμ Βάιτσμαν εξελέγη πρώτος πρόεδρος του κράτους του Ισραήλ.Η εκεχειρία παραβιάστηκε επανειλημμένα στα σύνορα με τη Συρία και την Ιορδανία. Οι δύο χώρες ήταν αντίθετες στα αρδευτικά έργα τα οποία είχε αναλάβει το Ισραήλ. Συγκρούσεις σημειώθηκαν επίσης στη λιβανική και στην αιγυπτιακή μεθόριο. Ένα σχέδιο ειρήνης που προτάθηκε το 1955 από τις ΗΠΑ δεν έγινε δεκτό από την Αίγυπτο, ενώ το Ισραήλ αρνήθηκε ένα αντίστοιχο βρετανικό σχέδιο προς όφελος των προσφύγων Αράβων. Το 1956 το Ισραήλ κατέλαβε τα εδάφη του Σινά μέχρι τη διώρυγα του Σουέζ. Οι γαλλοβρετανικές δυνάμεις επενέβηκαν με τη σειρά τους, με την πρόφαση να συμβιβάσουν τους αντιμαχόμενους, αλλά οι πιέσεις των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης ανάγκασαν τους Ισραηλινούς να υποχωρήσουν. Κατά μήκος των γραμμών της εκεχειρίας αναπτύχθηκε ένα απόσπασμα ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ και για 10 χρόνια οι θέσεις παρέμειναν αναλλοίωτες, ενώ η ενίσχυση του ανταγωνισμού ανάμεσα στους Άραβες επέτρεπε στο Ισραήλ να ασχοληθεί με την ανάπτυξή του και με την οικονομική διείσδυση, κυρίως στις αφρικανικές χώρες.